Widgets

15 Απριλίου 1192 - Επανάσταση της Κύπρου κατά των Λατίνων


15/4/1192.—Επανάσταση της Κύπρου κατά των Λατίνων. Η ανάμνηση που άφησαν στην Κύπρο οι Ναῒτες είναι πράγματι οδυνηρή. Ακολουθώντας την παράδοση του τάγματός τους, επιδόθηκαν σε αρπαγές, φυλακίσεις, φόνους, βιαιότητες. Οι Κύπριοι ένοιωσαν στο ακέραιο το βάρος τής νέας σκλαβιάς. «Τίς ικανός εκτραγωδήσαι τας θλίψεις αυτών;», έγραφε για το 1192 ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος. «Τους ετασμούς, τούς δημοσίους φυλακισμούς, την ολκήν των απαιτουμένων χρημάτων;». Μόνο μία λύσις ήταν και πάλι δυνατή, ο ένοπλος αγώνας, «Μη δότε χείρα αλλοφύλοις, σημείον υποταγής και δουλώσεως», συμβούλευε από την Κωνσταντινούπολη ο πατριάρχης Γερμανός. Σαν ημέρα εξεγέρσεως ορίσθηκε η Κυριακή τού Πάσχα, 15 Απριλίου 1192.

Του Χρήστου Μυλωνόπουλου

Από τον Ίσαάκιο Κομνηνό στον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, τούς Ναϊτες και τούς Λουζινιάν
Ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1143 - 1180) έστειλε τον Ίσαάκιο Κομνηνό, ως στρατηγό, στην Ταρσό τής Κιλικίας, όπου, στους αγώνες πού διεήγαγε με τούς ‘Αρμενίους, συνελήφθη αιχμάλωτος. Τον εξαγόρασαν οι Ναϊτες των Ιεροσολύμων. Ο Μανουήλ δεν ενδιαφέρθηκε για την απελευθέρωσί του. ‘Ο διάδοχος του όμως Ανδρόνικος Κομνηνός επέτυχε, με λύτρα, να τον απελευθερώση. Αλλά ό Ίσαάκιος, χωρίς να αναγνωρίση την μεγάλη αυτή εκδούλευσι, πήγε στην Κύπρο και άρπαξε με απάτη την εξουσία από τον νόμιμο αυτοκρατορικό διοικητή. Αυτοτιτλοφορείται «κατεπάνω» (=διοικητής θέματος) και αρχίζει να κυβερνά αυτός, ανεξάρτητα από την κεντρική (βυζαντινή) διοίκησι. Από το σημείο αυτό αρχίζουν τα δεινά για την Κύπρο, με πρωταγωνιστάς τούς Σταυροφόρους. 



Η ΚΥΠΡΟΣ εκείνους τούς καιρούς (1184), ανθούσε. Επί δύο περίπου αιώνες, μετά δηλαδή την οριστική εκδίωξη των Αράβων από τον Νικηφόρο Φωκά το 964, τίποτε σοβαρό δεν είχε διαταράξει την ζωή τού τόπου. Η κυριαρχία τού ελληνικού στοιχείου, κραυγαλέα σε όλους τούς τομείς, δεν εμπόδιζε, γράφει ό Τζ. Χίλ («Ιστορία τής Κύπρου», τ. 2ος) την συνύπαρξι Αρμενίων και Εβραίων, ενώ οι Σύροι είχαν τελείως αφομοιωθή από τον αυτόχθονα πληθυσμό. Και να πού «επί το χείρον τα κύματα κορυφούνται. ..». Στην Πρωτεύουσα αντίδρασις τού αυτοκράτορος υπήρξε βίαιη. Ή ανάκτησις εν τούτοις τής Κύπρου δεν ήταν εύκολη. Ο Ανδρόνικος βέβαια αγωνιούσε πολύ. Ο πόλεμος, όμως, απαιτούσε δαπάνες υπέρογκες. Ώστε μιά εκστρατεία ήταν, για την ώρα, ανέφικτη. Οι υποθέσεις τής Αυτοκρατορίας χειροτέρευαν. Ήλθε το 1195 και οι Νορμανδοί, αφού διέσχισαν την Βόρειο Ελλάδα χρησιμοποιώντας την Εγνατία, κατέλαβαν την Θεσσαλονίκη και προχωρούσαν προς την καρδιά τού κράτους. Τον Σεπτέμβριο τα πλήθη ξεσηκώνονται για μιά ακόμη φορά. Οι Νορμανδοί πλησιάζουν. Η Κύπρος χάθηκε. Ο αυτοκράτωρ έχει δεχθή ταπεινωτικές συμμαχίες με τον πάπα, ακόμη και με τον ίδιο τον Σαλαδίνο, ηγέτη των Σαρακηνών, φόβητρο των Σταυροφόρων.

Ή απώλεια τής Κύπρου, γράφει ό Βασίλιεφ, υπήρξε σοβαρό πλήγμα για την αυτοκρατορία, γιατί το νησί ήταν αξιόλογο στρατηγικό και εμπορικό κέντρο, πλούσιο από τις οικονομικές συναλλαγές με τα λατινικό κράτη τής ‘Ανατολής. Γι’ αυτό και ό επόμενος αυτοκράτωρ, ό Ίσαάκιος Άγγελος (1185-1195), δεν παραμέλησε το κυπριακό. Γνωρίζοντας πώς μία στρατιωτική επιχείρησις ήταν ασύμφορη, προσπάθησε να μεταστρέψη τις ανταρτικές διαθέσεις τού ομώνυμου τυράννου προβαίνοντας σε διάφορες παραχωρήσεις. Οι διαπραγματεύσεις, όμως, ναυάγησαν. Οι απαιτήσεις τού Κομνηνού ήσαν παράλογες, υπερβολικές. Ο αυτοκράτωρ τότε αποφάσισε την αποστολή εβδομήντα «μακρών νηών» υπό τον ναύαρχο Ιωάννη τον Κοντοστέφανο και τον στρατηγό ‘Αλέξιο τον Κομνηνό.

Μάταιη ή προσπάθεια. ‘Ο Ίσαάκιος τα γνώριζε όλα, οι πληροφοριοδότες του ήσαν ακόμη πιστοί σε αυτόν. Άφησε τον στόλο να αγκυροβολήση ανενόχλητος, άφησε και τον στρατό να αποβιβασθή και να προχωρήση στα ενδότερα τού νησιού, για να μείνουν τα πλοία απροστάτευτα και, με την βοήθεια τού Σικελού πειρατού Μαργαρείτη, κατατρόπωσε τις διαχωρισμένες βυζαντινές δυνάμεις. Πολλοί σκοτώθηκαν, περισσότεροι αιχμαλωτίσθηκαν. ‘Ο Ίσαάκιος είχε εκμανή. «Οργιλώτατος ών.. και κοχλάζων... και την κάτω γένυν τρομαλέαν δεικνύς» διατάσσει την εκτέλεσι όσων δεν ήθελαν να ταχθούν υπό τις σημαίες του. Ούτε τον γέροντα παιδαγωγό του, Βασίλειο τον Ρεντακηνό, δεν λυπήθηκε, αλλά τον σκότωσε, αφού πρώτα με πέλεκυ τού έκοψε τα πόδια από τα γόνατα... 



Η νίκη αυτή εδραίωσε την κυριαρχία του. Από το 1184 ως το 1191 ή κυπριακή γη ζούσε κάτω από την βαρειά του σκιά. Και ή πολιτεία τού άνομου κυβερνήτη έγινε με αποτροπιασμό γνωστή σε όλο τον ελληνικό κόσμο. ‘Ο Νικήτας Χωνιάτης χρησιμοποιεί χρώματα πάρα πολύ μελανά, για να καυτηριάση την διακυβέρνησι τού ανθρώπου, πού δεν σεβάσθηκε ούτε την ζωή ούτε την τιμή ούτε, φυσικά, την περιουσία των υπηκόων του. «Γιατί με δολοφονίες αναίτιες μολυνόταν συνεχώς και εξολόθρευε τούς ανθρώπους επιβάλλοντας ποινές πού οδηγούσαν στον θάνατο... Και με έρωτες αθέμιτους, και καταστρέφοντας αθώα κορίτσια ό αδιάντροπος και πανάθλιος κολαζόταν. Και τις περιουσίες άρπαξε των άλλοτε ευπόρων οικογενειών... Και άφησε τούς Κυπρίους γυμνούς και πεινασμένους». Για μερικά χρόνια από κανένα δεν ενοχλήθηκε ό «κατεπάνω» τής Κύπρου. Δεν άργησαν όμως να φθάσουν τα πρώτα μηνύματα για την θύελλα τής Γ’ Σταυροφορίας πού οργάνωσαν το 1189 ό Ριχάρδος ό Λεοντόκαρδος, ό Φίλιππος τής Γαλλίας και ό Φρειδερίκος Βαρβαρόσσας τής Γερμανίας. 

Μερικοί Φράγκοι αποβιβάσθηκαν ξαφνικά στο νησί, άρπαξαν είκοσι επτά γυναίκες από μιά παραθαλάσσια εκκλησία και έφυγαν φορτωμένοι άφθονα λάφυρα για την Λαοδίκεια, να πολεμήσουν τούς άπιστους και να κερδήσουν την αιώνια ανάπαυσι τής ψυχής τους. Νέα περίοδος ταραχών άρχισε, όταν μιά νύχτα ή σφοδρή τρικυμία έρριξε στις κυπριακές ακτές τρία αγγλικά πλοία. Το πράγμα δεν θα είχε συνέχεια, αν δεν βρίσκονταν ανάμεσα στους επιβάτες ή ‘Ιωάννα, αδελφή τού Ριχάρδου, ή μνηστή του Βεραγγέρη, κόρη τού βασιλέως τής Ναβάρρας και ό αντικαγγελλάριος Ροζέ Μαλκαέλ. Το πλοίο τους είχε καταστραφή και έπρεπε να αποβιβασθούν για να προμηθευθούν τρόφιμα και νερό. ‘Ο Ίσαάκιος έσπευσε βιαστικά επί τόπου, κύκλωσε το μέρος και αφού μάταια προσπάθησε να σαγηνεύση την ‘Ιωάννα, απαγόρευσε κάθε έξοδο από το πλοίο και κάθε ανεφοδιασμό. Η κατάστασις άρχισε να γίνεται κρίσιμη, γιατί οι προμήθειες των Άγγλων ήσαν λιγοστές, αλλά ή έντασις σταμάτησε στις 6 Μαΐου (1191), όταν στον ορίζοντα φάνηκε ή βασιλική γαλέρα πλαισιωμένη και από τα υπόλοιπα πλοία. 



Ο Ριχάρδος αποβιβάσθηκε. Και, σύμφωνα με τούς Άγγλους χρονικογράφους, συνάντησε την σκληρή αντίστασι των πιστών τού Ίσαακίου, πριν τούς διώξη «με την βοήθεια του Θεού» προς Βορράν. Διαφορετικά, όμως, περιγράφει τα πράγματα ό Νεόφυτος ό Έγκλειστος: Ο λαός, εξαιρετικά δυσαρεστημένος από την κατάστασι, δεν υποστήριξε τον οχυρωμένο στην Λεμεσό Ίσαάκιο. Εκείνος, τότε, εγκατέλειψε την Λεμεσό και αποσύρθηκε στο όρος Τρόοδος επιχειρώντας να ανασυντάξη τις δυνάμεις του. Και ό Ριχάρδος όμως δεν είχε συγκεκριμένα σχέδια. Οι πολεμικές του επιχειρήσεις στην Κύπρο ήσαν γέννημα τύχης. Στέλνει λοιπόν δυο μοναχούς και ζητεί να συνεννοηθούν προσωπικά. Ο Ίσαάκιος δέχεται με σκοπό μάλλον να κερδήση χρόνο και να κατασκοπεύση τον εχθρό, παρά να επιδιώξη κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Στρατοπεδεύει στο Κολόσσι και πηγαίνει ό ίδιος στο στρατόπεδο τού Ριχάρδου. Μετά από πιέσεις παραδέχεται τούς όρους τού Νορμανδού: να πληρώση 20.000 χρυσά μάρκα (2.000 υπέρπυρα), να αναγνωρίση την Κύπρο ως τιμάριο τού βασιλέως τής Αγγλίας με κυβερνήτη τον ίδιο, να συνεκστρατεύση ως υποτελής του με χίλιους άνδρες στην Παλαιστίνη. Αυτά λέγει ό Muralt («Cronographie Byzantine»). Ο Χίλ μειώνει τον αριθμό των ανδρών σε διακόσιους και προσθέτει πώς με κανένα τρόπο δεν δέχθηκε ό αυθέντης τής Κύπρου να εγκαταλείψη το νησί, γιατί καταλάβαινε ότι τίποτε δεν θα συγκρατούσε τον βασανισμένο λαό.

‘Η συμφωνία επισφραγίσθηκε με ένα λαμπρό δείπνο. Ύστερα, οι δυό «σύμμαχοι» αποσύρθηκαν στις σκηνές τους. ‘Ο Ίσαάκιος όμως, δεν σκοπεύει να κοιμηθή σε στρατόπεδο εχθρικό, όπου ή ζωή του κάθε άλλο παρά ασφαλής είναι. Νύχτα ακόμη καταφεύγει στους δικούς του και από εκεί παραγγέλλει πώς θα επιτεθή, αν ό Ριχάρδος δεν αποπλεύση αμέσως. Ο Νορμανδός ήταν ό τελευταίος των ανθρώπων πού θα υπέκυπτε σε προκλήσεις. Κινητοποιεί όλους τούς άνδρες του, αποβιβάζει για πρώτη φορά τα άλογα από τα πλοία και ρίχνεται στους Αρμενίους τού Ίσαακίου. Απελπισμένα αυτός εγκαταλείπει την μάχη και, μετά πολύωρο καλπασμό, βρίσκει προστασία στο φρούριο τής Λευκωσίας. Τα βασιλικά του εμβλήματα βρίσκονται τώρα στα χέρια τού αντιπάλου του. 



Στις 12 Μαΐου, κύριος πια τής Λεμεσού, ό Ριχάρδος νυμφεύθηκε την Βεραγγέρη στο μοναστήρι τού Αγίου Γεωργίου, έφ’ όσον προστάτης των Άγγλων Σταυροφόρων ήταν ό Άγιος Γεώργιος. ‘Η Βεραγγέρη στέφθηκε βασίλισσα τής Αγγλίας από τον επίσκοπο τού Έβρέ τής Νορμανδίας. (Η κατάστασις αυτή φαινομενικά μόνο ήταν ερμαφρόδιτη. Γιατί, ως γνωστόν, από το 1066 ή Αγγλία εκυβερνάτο από τούς Νορμανδούς Ευγενείς, Σκανδιναβούς την καταγωγή, Γάλλους ως προς τον πολιτισμό, πού έφερε από την απέναντι ακτή ό Γουλιέλμος ό Κατακτητής. Γι’ αυτό και για πολύ καιρό επίσημη γλώσσα τής Αγγλίας ήταν ή γαλλική). Οι δεσμοί τού Ριχάρδου με την Γαλλία διευκόλυναν την υπαγωγή υπό τις διαταγές του εκατόν εξήντα φράγκων Ιπποτών τής Λεμεσού, ανάμεσα στους οποίους ό Γκύ ντέ Λουζινιάν, πού αργότερα επρόκειτο να συμβάλη αποφασιστικά στην διαμόρφωσι της καταστάσεως στο νησί. Το μικρό αυτό διάλειμμα ακολούθησε πόλεμος και κινήσεις σχηματισμών. Ο Ίσαάκιος κατευθύνεται προς την Αμμόχωστο και οι Άγγλοι προς το Κίτιο, για να ανακόψουν την προέλασι τού εχθρού. Σύντομα όμως ό Ριχάρδος συμπτύσσεται, γιατί ένα γράμμα τού Φιλίππου τον καλεί επειγόντως στην Παλαιστίνη, αλλά χωρίς να χάση και την ‘Αμμόχωστο, πού κυρίευσε ό Γκύ ντέ Λουζινιάν. Αποτέλεσμα αυτών των ελιγμών ήταν να συναντηθούν οι δυό στρατοί στην Νοτιοανατολική Κύπρο, στην περιοχή τής Τριμυθούντος. Την σύγκρουσι, πού ήταν σφοδρή και αμφίρροπη, κέρδησε ό Ριχάρδος, όταν ό αντίπαλός του, αφού εισχώρησε με θάρρος στις εχθρικές γραμμές, αφοπλίσθηκε και συνελήφθη.

Αυτά αναφέρονται στα «Gesta», τα φραγκικά έπη. Μιά άλλη εκδοχή, λιγώτερο ρομαντική και περισσότερο αληθοφανής, μάς επιτρέπει να συμπεράνωμε ότι ό Ισαάκιος καλυπτόμενος από τα δηλητηριασμένα βέλη των στρατιωτών του, κατάφερε να διαφύγη προς το ακρωτήριο τού Αγίου Ανδρέα. Οι δυνάμεις του, λοιπόν, δεν είχαν ακόμη καταβληθή. Τα φρούρια τού Αγίου Ιλαρίωνος, τής Καντάρας, τής Κυρηνείας, όπου μάλιστα βρισκόταν και ή οικογένειά του και τού Βουφφαβέντου, κρατούσαν ακόμη.
Από την άλλη μεριά τίποτε δεν εμπόδισε τον Ριχάρδο να εγκατασταθή στην Λευκωσία. Αφού κέρδησε την εμπιστοσύνη τού βασιλέως, καθηλωμένου στο κρεβάτι από αρρώστια, ό Γκύ ντέ Λουζινιάν εξαπέλυσε μιά κεραυνοβόλο επίθεσι. Κατέλαβε την Κυρήνεια και αιχμαλώτισε την σύζυγο και την κόρη τού Ίσαακίου. Ο εκβιασμός των Άγγλων πέτυχε. Ο Ίσαάκιος παραδόθηκε (σε αυτό το σημείο, καθώς φαίνεται) και διέταξε τις φρουρές των υπολοίπων κάστρων να παραδοθούν. Και ό Ριχάρδος «τον Ίσαάκιον δέσας σιδήροις και τούς αυτού θησαυρούς αρπάσας σφόδρα πολλούς και την χώραν σκυλεύσας αποπλεί προς Ιερουσαλήμ... Τον δε Ίσαάκιον κατακλείει σιδηροδέσμιον εις τι φρούριον καλούμενον Μάρκαππον». Κατά την παράδοσι, το μόνο πού ζήτησε ό αιχμάλωτος ήταν, να δεθή με χρυσές και αργυρές αλυσίδες. 



Την μετάβασι από την ελεύθερη ζωή στην ξενική κατοχή χωρίζει μιά εποχή εσωτερικής καταδυναστεύσεως. Όπως παρατηρεί ό Σάθας «επί μιαν επταετίαν (1184 - 1191) οι Κύπριοι εστέναζον υπό τον απαίσιον ζυγόν τού ομοεθνούς και ομοθρήσκου τυράννου, ώστε όχι μόνο δεν διανοήθηκαν να πολεμήσουν τούς ξένους επιδρομείς, αλλά με ενθουσιασμό τούς υποδέχθηκαν σαν ελευθερωτάς. Ο Ριχάρδος πολεμούσε σε φιλικό έδαφος, ό Ίσαάκιος σε εχθρικό. Με προθυμία υποτάχθηκαν στις απαιτήσεις τού Άγγλου, πού επαγγελλόταν αποκατάστασι των παλαιών νόμων και των θεσμών τού Μανουήλ Κομνηνού. Οι πλούσιοι παραχώρησαν τα μισά τους κτήματα στους Σταυροφόρους Ιππότες, και όλοι πίστευαν ότι ό πρόσκαιρος κορεσμός των αγγλικών ορέξεων δεν θα είχε βαρύτερα επακόλουθα. Σύντομα οι ελπίδες τους εξανεμίσθηκαν. Οι αγγλικές φρουρές αντικατέστησαν τούς εγκάθετους τού προηγουμένου αυθέντη υπό την διοίκησι δυό τοποτηρητών, των Κάμβιλ και Τέρναμ.

Κι άρχισε τότε ή αντίστασις. Κλασικός είναι ό αφορισμός τού Θουκυδίδη: «Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον, το εύψυχον...». Αν ό ήμερος κυπριακός λαός μεταμορφώνεται στις δύσκολες στιγμές σε αδάμαστο πολεμιστή, τούτο οφείλεται στην ευψυχία του. Πρώτη ξεσηκώθηκε ή περιοχή τού Ολύμπου και τής Μαχαιράδος. Οι επαναστάτες ορκίσθηκαν να πολεμήσουν μέχρι θανάτου και ανακήρυξαν αυτοκράτορα κάποιον άγνωστο μοναχό, συγγενή πιθανόν τού Ίσαακίου. Αλλά ή κίνησις προδόθηκε. Απροετοίμαστους και άοπλους τούς χτύπησε ό Τέρναμ, διέλυσε τον πρόχειρο στρατό και κρέμασε τον αρχηγό τους. Όλα, όμως, έδειχναν πώς το ηφαίστειο κουφόβραζε Ο Τέρναμ το έβλεπε, ό Ριχάρδος το καταλάβαινε επίσης. Καιρός ήταν να απαλλαγή από ένα πρόσθετο περισπασμό. Αν ό ίδιος δεν μπορούσε να κρατήση την Κύπρο, οι Ναϊτες ήσαν πρόθυμοι να την αγοράσουν. Γιατί το νησί, εύφορο παρά τον αδιάκοπο πόλεμο, με κατοίκους δημιουργικούς παρά τον κατατρεγμό, δεν ήταν ευκαταφρόνητη λεία. Η συμφωνία, πού απηχεί τον κελτικό βαρβαρισμό, κλείσθηκε. Το νησί πουλήθηκε για 100.000 βυζαντίους (200. 000 λίτρες χρυσού). Με πικρία μνημονεύει το γεγονός αυτό ό Νεόφυτος και καταφέρεται κατά τού Ριχάρδου, πού, ενώ τίποτε δεν κατάφερε «ό αλιτήριος κατά τού ομοίου αυτώ Σαλαχαντίνου», «τούτο και μόνον ήνυσεν», την πώλησι τού νησιού στους Ναϊτες. «Διό και πολύς ό ολολυγμός και αφόρητος ό καπνός ό ελθών εκ Βορρά...». 



Η ανάμνησις πού άφησαν στην Κύπρο οι Ναϊτες είναι πράγματι οδυνηρή. Ακολουθώντας την παράδοσι τού τάγματός τους επιδόθηκαν σε αρπαγές, φυλακίσεις, φόνους, βιαιότητες. Οι Κύπριοι ένοιωσαν στο ακέραιο το βάρος τής νέας σκλαβιάς. «Τις ικανός έκτραγω δήσαι τας θλίψεις αυτών;», έγραφε για το 1192 ό Νεόφυτος ό Έγκλειστος. «Τούς ετασμούς, τούς δημοσίους φυλακισμούς, την ολκήν των απαιτουμένων χρημάτων;». Μόνο μιά λύσις ήταν και πάλι δυνατή, ό ένοπλος αγώνας, «Μή δότε χείρα αλλοφύλοις, σημείον υποταγής και δουλώσεως», συμβούλευε από την Κωνσταντινούπολι ό πατριάρχης Γερμανός. Σαν ημέρα εξεγέρσεως ορίζεται ή Κυριακή τού Πάσχα, 15 Απριλίου 1192. 

Όμως, τα σχέδια των επαναστατών προδίδονται. Ό αρχηγός των Ναϊτών Μπυσάρ, με εκατόν τριάντα άνδρες, από τούς οποίους δεκαπέντε έφιπποι, προφθαίνει να κλεισθή στο φρούριο τής Λευκωσίας. Το καταφύγιό του είναι ευάλωτο, οι άνδρες του ελάχιστοι, μολονότι εξασκημένοι στον πόλεμο, τα τρόφιμα σχεδόν ανύπαρκτα. Ζητεί διαπραγματεύσεις. Προτείνει να εγκαταλείψη την Κύπρο, να φύγη με τούς Ιπττότες του στην Συρία, στους Αγίους Τόπους. Οι επαναστάτες δεν δέχονται, το μίσος τους είναι απέραντο. Όμως οι ίδιοι είναι άπειροι, ενώ οι Ναϊτες επαγγελματίες πολεμισταί. Οι τελευταίοι, επειδή γνώριζαν πώς ή επίθεσις είναι ή καλύτερη άμυνα, μεταλαμβάνουν την νύχτα τής 14ης και, την αυγή, με το θάρρος τής απελπισίας, ξεχύνονται στο στρατόπεδο των πολιορκητών, πού κάποιος προδότης είχε αποκαλύψει. Λίγοι από αυτούς έμειναν ζωντανοί. Πολλοί άλλοι κοιμούνταν, όταν τα ξίφη των Ναϊτών τούς πήραν την ζωή.



Έτσι οι Ναϊτες έγιναν κύριοι μιάς πόλεως χωρίς κατοίκους, μιάς ηγεμονίας χωρίς υπηκόους, μιάς χώρας δίχως ζωή. Η παραμονή τους στο νησί ήταν πια επικίνδυνη και αυτή ή διαπίστωσις σήμανε για μιά ακόμη φορά την έναρξι διαπραγματεύσεων για την πώλησί του. Απευθύνονται στο Ριχάρδο, αλλά αυτός αρνείται. Το παρελθόν τού έχει διδάξει πολλά. Δέχεται όμως ό Γκύ ντέ Λουζινιάν ενθαρρυμένος από την οικονομική ενίσχυσι των Σύρων εμπόρων, πού θα έμεναν ευχαριστημένοι, αν ή εξόφλησις τού δανείου ήταν «εις είδος». Οι παλαιότεροι ανέφεραν το ποσό των 100.000 Βυζαντίων (όσο και την προηγούμενη φορά), οι νεώτεροι το κατεβάζουν στις 60.000. Δεν υπάρχει ίσως άλλος λαός τόσο σκληρά δοκιμασμένος από την μοίρα. Ο Νορμανδός Γουΐδων, Ιππότης τού Λουζινιάν, είχε τρικυμιώδη σταδιοδρομία. Άφησε τον πύργο του, τούς δουλοπαροίκους του και το χωριό του Λουζινιάν στο Πουατού τής Γαλλίας για να πολεμήση στους Αγίους Τόπους. Εκεί νυμφεύθηκε την Σίβυλλα, αδελφή τού Βαλδουίνου Δ’ των Ιεροσολύμων. (Γι’ αυτό και μνημονεύεται σαν μόνος κληρονόμος τού βασιλείου).

Όταν όμως ό Σαλαδίνος κατέλαβε την Ιερουσαλήμ, ό Γκύ βρήκε καταφύγιο στην Κύπρο. Γνωρίζει λοιπόν τον χαρακτήρα των υπηκόων του, γνωρίζει, όμως, εξ ίσου καλά την οικονομική και στρατιωτική σημασία τού νησιού. Από το Μάιο τού 1192 ως τον Απρίλιο τού 1194 (όταν πέθανε, εξηνταπεντάρης, στην Παλαιστίνη) κυβέρνησε ό τραχύς αυτός πολεμιστής, πού, αντίθετα προς τούς προκατόχους του, έδειξε φρόνησι και ηπιότητα. Δάμασε τούς Ναϊτες και προσπάθησε όσο μπορούσε να σταθεροποιήση την κυριαρχία του.
Εκείνη την εποχή ή Κωνσταντινούπολις άρχισε να ανακινή το Κυπριακό κι αυτός για να αποθαρρύνη τούς Βυζαντινούς επεδίωξε συμμαχία με τον Σαλαδίνο. Φαίνεται, ότι το μόνο πού εμπόδισε την πραγματοποίησί της ήταν ο θάνατος τού Κούρδου ηγέτη το 1193.
Σώφρονα και πρακτικό αποκάλεσαν τον Γκύ οι νεώτεροι ιστορικοί. Σώφρονα, γιατί από νωρίς φρόντισε να μή προκαλή τον λαό. Βοήθησε τούς ακτήμονες, τις χήρες, τα ορφανά κορίτσια. 

Τα νομίσματά του ανέγραφαν Rex Quido de Cipro (εκ τής Κύπρου) και όχι Cipri (τής Κύπρου). Πρακτικό, γιατί οργάνωσε μιά αριστοκρατία πρόθυμη να πολεμήση για τα συμφέροντά της. (Τώρα πια το μεγαλύτερο μέρος των γαιών ανήκε στους Φράγκους. Γιατί στις εκτάσεις πού παραχώρησαν οι Κύπριοι στον Ριχάρδο πρέπει να προσθέσωμε τα κτήματα όσων εγκατέλειψαν το νησί, τα κατεσχημένα, καθώς και τα κτήματα των βαρώνων και πριγκίπων, πού αποτελούσαν, παλαιότερα, μέρος τής εκκλησιαστικής περιουσίας). Ή φεουδαρχική «υψηλή κοινωνία» τής Ιερουσαλήμ μεταφέρθηκε στην Κύπρο. Δημιουργήθηκε έτσι μιά Μείζων Αυλή από Ιππότες και Ευγενείς και μιά Ήσσων Αυλή από τούς πλούσιους αστούς. Η Δυτική νομοθεσία των Αγίων Τόπων μεταφυτεύθηκε στην Κύπρο. Όμως, καθώς παρατηρεί ό Χίλ, ούτε ή φενάκη τής ηπιότητος συγκρατούσε τούς Κυπρίους ούτε το φόβητρο των Φράγκων αριστοκρατών, αλλά οι φρικτές εμπειρίες τού πρόσφατου παρελθόντος. 



Η πρώτη ενέργεια τού Αμαλρίκ, αδελφού και διαδόχου τού Γκύ, ήταν να ιδρύση τέσσερις λατινικές επισκοπές και να παραχωρήση σε αυτές τις προσόδους των ελληνικών. Γιατί «δεν είχαν λαόν οι Λατίνοι, ουδέ αρχιεπισκόπους, ουδέ λογάδες να υμνολογούν την αγίαν τού Θεού Έκκλησίαν», μάς λέγει ό Λεόντιος ό Μαχαιράς, με αποτέλεσμα οι ιερωμένοι τους να περνούν «στενήν ζωήν». Έτσι, τα εισοδήματα των ελληνικών εκκλησιών «εσηκώσαν τα και έδωκάν τα τούς Λατίνους». Όλα αυτά εγκαινίασαν νέα σειρά αγώνων, ώστε με πικρία να παρατηρή ό Νεόφυτος ότι, αν «την αγριότητα τής θαλάσσης διαδέχεται γαλήνη» στην Κύπρο «ό κλύδων καθεκάστην επαύξει και το ραγδαίον αυτού τέλος ούκ έχει». Αυτή την φορά ό σκλαβωμένος λαός στήριξε τις ελπίδες του σε κάποιον Κανάκη, οπλαρχηγό, ό οποίος με την υποστήριξι τού ηγεμόνος τής Αντιοχέττας (τής μικράς Αντιοχείας στην απέναντι ακτή) εξόπλισε μια λαβυρνίδα και επιδόθηκε σε συστηματικές επιδρομές. 

Λέγεται μάλιστα ότι αιχμαλώτισε και την οικογένεια τού Άμαλρίκ στο χωριό Παραδείσι έξω από την Αμμόχωστο. Και ότι την απελευθέρωσε, όταν έλαβε ρητή διαβεβαίωση από τον βασιλέα ότι θα καταπαύση ό διωγμός τού ελληνικού στοιχείου. Όλα αυτά περιέχουν κάποια αλήθεια. Ο Μάς Λατρί, ιστορικός τού περασμένου αιώνος, μνημονεύει ότι μεσολάβησαν ό Ίσαάκιος τής Άντιοχέττας και ό Λέων τής Μεγάλης Αρμενίας για να εξομαλυνθή ή κατάστασις. Πράγματι, από τότε, ό Άμαλρίκ κυβέρνησε συγκρατημένα. Σταγόνα ηπιότατος στον ωκεανό τής καταπιέσεως. Ο Άμαλρίκ δεν ήταν ό πρώτος ούτε, αλλοίμονο, ό τελευταίος. Ή Κύπρος απαλλάχθηκε από τούς Λουζινιάν μόλις το 1484. Για να υπαχθή στους ισχυρούς τής εποχής, τούς Ενετούς. Εκατό χρόνια αργότερα, το 1571, το κνούτο περνά στα χέρια των Τούρκων. Και από το 1878 μέχρι το 1960 ή αγγλική σημαία σκίαζε τον τόπο. Όμως το βάρος των αιώνων δεν στάθηκε ικανό να μεταστρέψη την ελληνικότητα ενός νησιού πού, για να θυμηθούμε τον Παλαμά, «Πολλούς αφέντες άλλαξε, δεν άλλαξε ψυχή». Πηγή


ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΚΥΠΡΟΣ 1061625729193009752

Δημοσίευση σχολίου

Translate

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

SOCIAL

ΤΩΡΑ

ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΔΩ

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΔΩ
ΟΜΑΔΑ στο FACEBOOK
Widget by:Blogger Tips
Pro Blogger Tricks
Instagram Επισκεφτείτε το προφίλ του EΛΛΗΝΩΝ στο Pinterest.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ. ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΕ ΤΟ EMAIL ΣΟΥ ΚΑΙ KANE CLICK ΣΤΟ ΚΟΥΜΠΙ "ΕΓΓΡΑΦΗ".:

Delivered by FeedBurner

ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ VIDEO
Recommended Post Slide Out For Blogger

ΕΝΙΣΧΥΣΤΕ ΜΑΣ...

Embed Calculator requires a newer version of Adobe Flash Player.

You must have the current version of the adobe flash player to use this online calculator.

item