Widgets

Αθανάσιος Διάκος: Ο Άγιος της Ελληνικής Επαναστάσεως



Αθανάσιος Διάκος: Ο Άγιος της Ελληνικής Επαναστάσεως


του Χρήστου Παππά, Βουλευτή Επικρατείας 
του Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή 
και πολιτικού κρατουμένου

Πρώιμα χρόνια - Πριν την Επανάσταση

Ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε γύρω στα 1788 στην επαρχία Παρνασσίδος, στη Ρούμελη. Τόπος καταγωγής του σύμφωνα με την παράδοση είναι το χωριό Άνω Μουσουνίτσα της Παρνασσίδος, τον διεκδικεί όμως και το χωριό Αρτοτίνα της Δωρίδος. Σύμφωνα πάλι με τις παλιές παραδόσεις της περιοχής, ο παππούς του ήταν Κλέφτης στο σώμα του οπλαρχηγού Κωνσταντάρα και το όνομά του ήταν Θανάσης Γραμματικός. Σαν παιδί ήταν όμορφος, φιλομαθής και σεμνός. Από την οικογένειά του προοριζόταν να ακολουθήσει το δρόμο της ιεροσύνης. Αρχικά έγινε καλογεροπαίδι και στα 1805, δεκαεπτά χρονών πια, χειροτονήθηκε διάκος στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου της Αρτοτίνας.

Το πώς έγινε Κλέφτης δεν είναι ξεκαθαρισμένο. Κατέληξε Κλέφτης στο σώμα του καπετάν-Καλόγερου με οπλαρχηγούς τον Σκαλτσά και τον Γούλα. Εκεί έδειξε περίσσια αντρειοσύνη και φάνηκαν οι αρετές του, τόσο στην παλικαριά όσο και στο νου. Γρήγορα ξεχώρισε, έγινε πρωτοπαλίκαρο, και δεν άργησε να συγκροτήσει δικό του κλέφτικο σώμα.

Στα 1816 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος διορίστηκε από τον Αλή Πασά στου οποίου ήταν τη δούλεψη, Δερβέναγας στην Ανατολική Ελλάδα με την εντολή να εξοντώσει τους ανυπότακτους Κλέφτες. Ο Οδυσσέας δεν χάλασε τον Διάκο αλλά αφού ήρθε σε συνεννόηση μαζί του τον παρουσίασε στον ίδιο τον Αλή Πασά, πείθοντάς τον ότι τέτοια παλικάριά σαν αυτή που είχε ο Διάκος θα του ήταν χρήσιμη. Έτσι λοιπόν για ένα διάστημα βρίσκουμε τον Αθανάσιο Διάκο Τσοχαντάρη στη φρουρά του Αλή Πασά, θητεύοντας κι αυτός στο άτυπο στρατιωτικό σχολείο του Αλή όπως τόσοι και τόσοι αγωνιστές της Επανάστασης του 1821.

Το περιβάλλον της φρουράς του Αλή ήταν για τον Διάκο ασφυκτικό. Έτσι, σύμφωνα με την επιθυμία του έφυγε μαζί με τον Ανδρούτσο στο Δερβενελίκι της Ανατολικής Ελλάδος με έδρα την Λειβαδιά. Ήταν δραστήριος και σαν πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα τον αντικαθιστούσε πολλές φορές στην αρχηγία του αρματωλίτικου σώματος. Διέφερε ουσιαστικά με τον Οδυσσέα με τον οποίο δεν άργησε να έρθει σε ρήξη. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, βίαιος και πολεμοχαρής δημιουργούσε εύκολα έχθρες και αντιπάθειες, ενώ ο Διάκος διακρίνονταν για τα αισθήματα δικαιοσύνης και αντίθετα με τον Οδυσσέα για τις ήπιες τιμωρίες που επέβαλε στα διάφορα αδικήματα. Έτσι λοιπόν έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στον τοπικό πληθυσμό τόσο στους Έλληνες όσο και στους κατακτητές Τούρκους.

Στα 1819 ήρθαν σε ρήξη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο γιατί ο Διάκος διαφωνούσε μα τις απάνθρωπες τιμωρίες που επέβαλε ο Ανδρούτσος και δεν άργησαν να φτάσουν σε βίαιο καβγά. Ο Ανδρούτσος έβγαλε την πιστόλα να σκοτώσει τον Διάκο και ο Διάκος το σπαθί του από το θηκάρι. Στη μέση έπεσαν δύο σύντροφοι για να τους χωρίσουν. Ο Διάκος αποχώρησε από το σώμα του Ανδρούτσου και τον ακολούθησαν τα πιο πολλά πρωτοπαλίκαρα και οι καπεταναίοι. Ο Οδυσσέας έμεινε με τέσσερα παλικάρια και ξαναγύρισε στα Γιάννενα. Ξαναγύρισε στη Ρούμελη όταν άρχισε πια ο Αγώνας.

Ο Αθανάσιος Διάκος με τους δικούς του πήγε στη Λειβαδιά όπου σύσσωμοι οι άρχοντες της περιοχής τον ανεκήρυξαν Καπετάνιο. Για να ακολουθήσει ο επίσημος διορισμός του από τον Τούρκο Βοεβόδα της Λειβαδιάς Καρά-Ισμαήλ ως Αρματωλού της περιοχής. Ο Διάκος λοιπόν έγινε «Αρχηγός των αρμάτων της Λειβαδιάς», έχοντας δική του σφραγίδα με το δικέφαλο αετό και με τα γράμματα «Ο.Θ.Ν.Κ.» δηλαδή «Ο Θεός Νικά».

Εν τω μεταξύ από τα 1818 τόσο ο Διάκος όσο και ο Ανδρούτσος είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.

Ο Ξεσηκωμός

Όταν τον Ιανουάριο του 1821 ο Βοεβόδας της Λειβαδιάς παρατήρησε την ασυνήθιστη κίνηση προσώπων αλλά και την ιδιαίτερη φιλοξενία του κατηχητή της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιου Ζαρίφη από τον τοπικό άρχοντα Γιάννη Λογοθέτη, ζήτησε την άδεια από τον ανώτερό του Γιουσούφ Πασά που βρισκόταν μαζί με τους σουλτανικούς στην πολιορκία κατά του Αλή, να συλλάβει και να θανατώσει τους προκρίτους της Λειβαδιάς για τις στασιαστικές τους ενέργειες.

Οι πρόκριτοι πληροφορήθηκαν τις προθέσεις του Καρά-Ισμαήλ και δωροδοκώντας τον ίδιο τον Γιουσούφ Πασά αλλά και τον Δράμαλη, όχι μόνο έσωσαν τη ζωή τους αλλά και πέτυχαν την αντικατάσταση του Καρά-Ισμαήλ από τον Χασάν Αγά.

Όταν το Μάρτιο του 1821 η μυρωδιά του μπαρουτιού από τον Μωρηά έφτασε και στη Λειβαδιά, οι πρόκριτοι και οι μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία, κάνανε σύσκεψη για να αποφασίσουν τα μελλούμενα. Ο Διάκος, ανυπόμονος και ενθουσιώδης, πρότεινε τον άμεσο ξεσηκωμό. Να χτυπήσουν δηλαδή τους Τούρκους άμεσα. Οι πρόκριτοι όμως, διστακτικοί λόγω κοινωνικής και οικονομικής θέσεως, πρότειναν περίσκεψη και απεφάσισαν να στείλουν τον Καπετάνιο Βασίλη Μπούσγο στην Πάτρα για να συναντήσει τον Έλληνα Πρόξενο της Ρωσίας Γιάννη Βλασσόπουλο, προκειμένου να πάρει πλήρεις πληροφορίες και οδηγίες.

Ο Μπούσγος ξεκίνησε στις 24 Μαρτίου και τα νέα για τον ξεσηκωμό του Μωρηά τον βρήκαν στο Γαλαξίδι. Δεν έχασε χρόνο. Γύρισε αμέσως πίσω, αφού πρώτα ξεσήκωσε τους Αραχωβίτες και κατά την διανυκτέρευσή του σε ένα χάνι σκότωσε δύο Τούρκους, εκ των οποίων ο ένας είχε την ιδιότητα του Ταχυδρόμου. Στη νέα σύσκεψη που ακολούθησε, η απόφαση ήταν να δώσουν και οι Ρουμελιώτες της Λειβαδιάς άμεσα το παρών στον αγώνα της ελευθερίας.

Όταν ο νέος Βοεβόδας Χασάν Αγάς πληροφορήθηκε ότι ο Μπούσγος σκότωσε δύο Τούρκους, κάλεσε τους προκρίτους και μαζί τους πήγε και ο Διάκος. Εκεί φάνηκε η ευστροφία, το μυαλό του Διάκου. Γιατί για έναν ηγέτη δεν αρκεί μόνο η αντρειοσύνη και η γενναιότητα. Χρειάζεται και το μυαλό. Εκεί λοιπόν φάνηκε ότι ο Διάκος είχε το μυαλό του πολυμήχανου Οδυσσέα. Όχι μόνο αρνήθηκε ότι ο Μπούσγος πραγματικά σκότωσε Τούρκους, αλλά προσποιήθηκε ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βγήκε στο Μωρηά με δέκα χιλιάδες δικούς του ζορμπάδες και ρημάζει τον τόπο και ότι στις προθέσεις του είναι να έρθει κατά πάνω και αλίμονο τότε σε Έλληνες και Τούρκους. Του ζήτησε λοιπόν να του υπογράψει μπουγιουρντί, άδεια δηλαδή, να συγκεντρώσει όσους περισσότερους αρματωμένους μπορεί για να αποκρούσει την ενδεχόμενη έλευση του Ανδρούτσου στη Ρούμελη.

Ο Διάκος λοιπόν με λυμένα τα χέρια και χωρίς τις χρονοβόρες προφυλάξεις της Φιλικής, κατάφερε γρήγορα γρήγορα να στρατολογήσει πολλούς μέχρι τώρα ραγιάδες και από δω και πέρα ελεύθερους επαναστάτες. Ακολούθησε συγκέντρωση στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά όπου ο τοπικός Επίσκοπος ο Σαλώνων Ησαΐας ευλόγησε τα όπλα και κήρυξε την Επανάσταση.

Οι ένοπλοι ξεκίνησαν κατά της Λειβαδιάς περνώντας από το Δίστομο όπου ο Διάκος αιχμαλώτισε τον αδερφό του Βοεβόδα που ήταν εκεί τοπικός αστυνόμος, για να τον ανταλλάξει με δύο προκρίτους που είχε συλλάβει ο Χασάν Αγάς. Η πολιορκία του κάστρου της Λειβαδιάς κράτησε τρεις ημέρες και την 1η Απριλίου 1821 σαν ψέματα μετά από αιώνων δουλεία, η σημαία με το σταυρό κυμάτιζε στην ελεύθερη πια Λειβαδιά. Ο Διάκος εκφώνησε λόγο προς το λαό από το μπαλκόνι της Μητρόπολης.

Η Αλαμάνα

Ο ξεσηκωμός θορύβησε τον Σουλτάνο που ο κύριος όγκος των στρατευμάτων του ήταν απησχολημένος στην πολιορκία του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Διέταξε λοιπόν ένα μεγάλο ασκέρι με δύο Πασάδες, τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη, να κατέβουν και να χτυπήσουν την Επανάσταση.

Οι Έλληνες με τον Διάκο έπιασαν την Αλαμάνα με δύναμη πεντακόσια μονάχα παλικάρια που είχαν να αντιμετωπίσουν ένα ασκέρι οκτώ χιλιάδων ενόπλων Μουσουλμάνων.

Η Αλαμάνα, νότια της Λαμίας, στην περιοχή των Θερμοπυλών, ξαναέζησε τις μοναδικές στιγμές της αρχαιότητας με τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα και τους Τριακοσίους του. Οι άλλοι οπλαρχηγοί που είχαν πιάσει διάφορες θέσεις περί τον Διάκο και την Αλαμάνα δεν μπόρεσαν να κρατήσουν και ο Διάκος δέχτηκε όλο το βάρος της επιθέσεως. Αλλά και οι πιο πολλοί από τους δικούς του στρατιώτες, δεν άντεξαν και σκόρπισαν. Όλοι κι όλοι έμειναν σαράντα οκτώ.

Ο Διάκος παρά τις εκκλήσεις του οπλαρχηγού Μπούσγου να αφήσει τη θέση προκειμένου να σωθεί, συνέχισε να αγωνίζεται. Κατά τη διάρκεια της μάχης, έπεσε ηρωικά ο αδερφός του Διάκου, Μήτρος, που λεγόταν Μασαβέτας επειδή είχε υιοθετηθεί από κάποιον  ονόματι Μασαβέτα. Βάζοντας για ταμπούρι το σώμα του νεκρού του αδερφού, συνέχισε να πολεμάει. Εν τω μεταξύ, πληγώθηκε βαριά στο δεξί του ώμο. Έπιασε το σπαθί με το αριστερό και συνέχισε λυσσασμένα να αντιστέκεται. Τον έπιασαν μόνο τότε, όταν το σπαθί του θα σπάσει κι αυτό, και θα το κρατάει ίσα με μια σπιθαμή στο αριστερό του χέρι. Αιματοβαμμένος ο Διάκος, έβγαινε λες από την κόλαση, και συνελήφθη ζωντανός από τους εκστασιασμένους από το θέαμα πολιορκητές του.

Τον οδήγησαν αμέσως στη σκηνή του Ομέρ Βρυώνη. «Εσύ είσαι ο Διάκος;», τον ερώτησε ο Βρυώνης. Αντρίκεια και δυνατά του απάντησε ο Διάκος: «Εγώ!». «Και πώς σε πιάσαν ζωντανό;», τον ξαναρώτησε ο Ομέρ Βρυώνης. Η απάντηση του νέου Λεωνίδα ήταν: «Αν ήξερα ότι δεν θα σκοτωνόμουν, θα κρατούσα ένα φυσέκι και για τον εαυτό μου». Εν τω μεταξύ στη σκηνή κατέφθασε και ο δεύτερος Πασάς, ο Κιοσέ Μεχμέτ, που πρότεινε στο Διάκο να ενταχθεί στο Τουρκικό ασκέρι. «Ούτε σε δουλεύω, ούτε σε ωφελώ αν σε δουλέψω», απάντησε ο Διάκος. Και στις απειλές του Μεχμέτ ότι θα τον θανατώσει, ο Διάκος του είπε: « Η Ελλάδα έχει πολλούς Διάκους για να εκδικηθούν το θάνατό μου. Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω!». Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ, θαυμάζοντας την παλικαριά του Διάκου, προς στιγμήν αποφάσισαν να μην τον σκοτώσουν, και να τον κρατήσουν αιχμάλωτο για να τον ανταλλάξουν στο μέλλον με δικούς τους αιχμαλώτους. Μετά όμως από τις εκκλήσεις Τούρκων της Λαμίας και ιδιαίτερα του Χαλίλ Μπέη που επεσήμανε στον Κιοσέ Μεχμέτ πόσο επικίνδυνος θα ήταν ο Διάκος αν ζούσε, αποφασίστηκε να τον σκοτώσουν με παραδειγματικό, -απάνθρωπο-, τρόπο. Στις 24 Απριλίου τον οδήγησαν στη Λαμία, δίνοντάς του να κρατήσει μία μεγάλη ξύλινη σούβλα. Ο Διάκος την Πέταξε κι απευθύνθηκε στην φρουρά που τον συνόδευε και η οποία απετελείτο από Μουσουλμάνους Αρβανίτες, λέγοντάς τους : «Δε βρίσκεται από σας εδώ κανένα παλικάρι να με σκοτώσει με την πιστόλα του και να με γλιτώσει απ’ τους χαλντούπηδες;».

Οι Τούρκοι τον σούβλισαν ζωντανό στη Λαμία και σύμφωνα με την παράδοση λίγο πριν πεθάνει αυτοσχεδίασε το δίστιχο : «Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι».

Ο Άγιος της Επανάστασης

Ο Διάκος με την ηρωική του αντίσταση στην Αλαμάνα αλλά και με το μαρτυρικό του τέλος, αγιοποιήθηκε όχι μόνο στη συνείδηση των τότε επαναστατημένων Ελλήνων αλά και των κατοπινών συμπατριωτών του και μη. Το τέλος του και η μάχη της Αλαμάνας απετέλεσε πηγή έμπνευσης για την τέχνη, και ο Διάκος αποθανατίστηκε από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες. Η αγία μορφή του ζωγραφίστηκε από τον Θεόφιλο, από τον Πήτερ Φον Ες, και το τέλος του ιστορήθηκε από μεγάλους λογοτέχνες και ποιητές όπως ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.

Η επίσημη Εκκλησία, δεκαεννέα και πλέον δεκαετίες μετά το μαρτυρικό του τέλος, δεν έχει προχωρήσει ακόμα στην αγιοποίηση του. Αυτό όμως δεν αποτελεί εμπόδιο για τους πιστούς της λαϊκής Ορθόδοξης Ελληνικής θρησκείας να θεωρούν τον Διάκο σαν Άγιο που τη μνήμη του ευλαβικά θα πρέπει να τιμούν κάθε 24 Απριλίου. Σε όλους αυτούς αφιερώνεται η μοναδική απεικόνιση του Αθανασίου Διάκου από τον μεγάλο Φώτη Κόντογλου που κοσμεί το παρόν άρθρο, αφιέρωμα στον μεγάλο Ήρωα και Άγιο της Ελληνικής Επανάστασης.


Το πραγματικό τέλος του Αθανάσιου Διάκου. 
Όσα μας κρύβανε τόσα χρόνια...


Όσοι δεν γνωρίζετε το ιστορικό του θανάτου του ήρωα Αθανάσιου Διάκου, που μαρτύρησε από αυτή την βρωμόφαρα που λέγονται Τούρκοι διαβάστε το. Όχι για να στεναχωρηθούμε ή να πονέσουμε αλλά για θυμηθούμε τι υπέφεραν οι πρόγονοί μας για να είμαστε εμείς και η πατρίδα ελεύθεροι.


του Ευθύμιου Χριστόπουλου
Εκπ/κού-Δημοσιογράφου 

Το καλοκαίρι του 1947 ως μαθητής της Β' τάξης της Εκκλησιαστικής Σχολής Λαμίας, δέχτηκα την παρακίνηση του αείμνηστου Διευθυντού της Δημητρίου Κρικέλα να συγκεντρώσω πληροφορίες από γέρους Λαμιώτες που τις είχαν από τους πατεράδες τους, για ποιο ήταν το πραγματικό τέλος του Αθανασίου Διάκου. Ταξι­νομώντας αυτές που συγκέντρωσα, είδα ότι τέσσερες ήταν ακριβώς ίδιες, αν και προέρχονταν από γερόντια που ζού­σαν σε διαφορετικά σημεία της Λαμίας ο καθένας και μά­λιστα ένας παππούς ήταν απ' τη Ροδίτσα. Διασταυρώνοντας τες αργότερα, με όσα διάβαζα άλλα, καταλάβαινα ότι αυ­τές που είχα ήταν ασφαλώς οι σωστές. Το κύριο σημείο τους και κοινό, ήταν ότι τρεις Έλληνες, όταν έπιασαν το Διάκο και τον έφεραν στη Λαμία, τον έκλεισαν σ' ένα πα­λιό κι εγκαταλειμμένο χάνι, εκεί που σήμερα έχει οικοδο­μηθεί το Λαογραφικό Μουσείο Λαμίας στην οδό Καλύβα - Μπακογιάννη. Αυτοί οι τρεις είχαν περάσει πίσω - δυ­τικά - στο χάνι και από δύο μισοχαλασμένα παραθυράκια είχαν παρακολουθήσει όλη τη νύχτα όλα όσα έγιναν μέσα στο χάνι, τα οποία και αναφέρω στη συνέχεια.:

Μετά τη σύλληψη του Διάκου στα ποριά Δαμάστας, τον έφεραν με συνοδεία ποινών και τραυματισμένο στη Λαμία, οδηγώντας από τη νότια της είσοδο που περνούσε δίπλα από το Γολγοθά (όπως έλεγαν το ξε­κομμένο Λόφο όπου σήμερα είναι το κτίριο του Ορφα­νοτροφείου Αρρένων) και από την οδό Σατωβριάνδου (σήμερα) και συνέχεια τον έφτασαν και τον έκλεισαν μέσα στο παλιό χάνι, όπου σήμερα - πάλι καλά! - έχει ανεγερθεί το Λαογραφικό Μουσείο. Τον έβαλαν μέσα και τον έδεσαν με σκοινιά σ' ένα παχνί, το οποίο ήταν και ο πρώτος τόπος του μαρτυρί­ου του.

Εκτός από δύο - τρεις Τούρκους που έμειναν μέσα να τον επιτηρούν, οι άλλοι - όχι όλοι - έμειναν απ' έξω, ανατολικά σε κάτι δέντρα που ήταν εκεί, περιμένοντας από περιέργεια, ίσως, να ιδούν τι θα γινόταν. Όταν τον έδεσαν κι έφυγαν, ο Διάκος άρχισε να πο­νάει από τα τραύματα που είχε, καταπονημένος κι από την ταλαιπωρία. Είχε περάσει αρκετή ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα δύο άντρες, που από τις φορεσιές τους έδειχναν ότι ήταν μπέηδες. Τον έναν, τον ήξερε από πριν. Ήταν ο Ομέρ Βρυώνης. Τον άλλον όχι. Απ' ότι όμως εί­χαν ακούσει, υπολόγισαν ότι ήταν ο σκληρός Χαλήλ Μπέης. Αυτός μόνος προχώρησε κι άρχισε να κάνει έλεγ­χο αν είχαν δέσει καλά το Διάκο. Τόσο πολύ φάνηκε ότι, κι ακόμα δεμένον, τον φοβόταν.

Είχε νυχτώσει πια και οι τρεις που είχαν φτάσει εκεί κρυφά άρχισαν καθαρά να βλέπουν τι γίνεται. Όταν ο Χαλήλ Μπέης σιγουρεύτηκε - το είδαν κα­θαρά αυτό - ότι δεν υπήρχε φόβος διαφυγής, άρχισε να φωνάζει και να απειλεί. Σε μια στιγμή τον είδαν να χτυπάει στο πρόσωπο το Διάκο. Τον διακόπτει όμως ο άλλος, ο Βρυώνης, που πλησιάζει το Διάκο και τον βλέπουν κάτι να του λέει. Δεν ακούνε όμως. Απ' ότι βλέπουν όμως, καταλαβαίνουν ότι κάτι τον ρωτάει, γιατί βλέπουν το Διάκο να κουνάει αρ­νητικά το κεφάλι του.




Και ενώ τον βλέπουν να συνεχίζει ήρεμα, σε μια στιγ­μή εξαγριώνεται, φωνάζει και χειρονομεί. Ατάραχος ο Διάκος τον αντιμετωπίζει και κάτι που του λέει, βλέπουν το Βρυώνη οργισμένο να αποχωρεί, αφήνοντας πια το θύμα στο δήμιό του. Απ' τις αναλαμπές των δαυλών, ξεχωρίζουν την αγριότητα του Χαλήλ. Τον βλέπουν να τραβάει πιο πέρα τον επικεφαλής της Φρουράς - έτσι τουλάχιστον δεί­χνει - και με νευρικές και απειλητικές κινήσεις, κάτι του λέει, κι εκείνον να υποκλίνεται κουνώντας το κεφάλι του. Και με μια τελευταία περιφρονητική ματιά που ρίχνει στο Διάκο, τον βλέπουν να φεύγει, δείχνοντας ικανοποι­ημένος. Ο Διάκος - και οι άλλοι τρεις απ' έξω - μέσα στο μι­σοσκόταδο βλέπουν δύο Τούρκους να ανάβουν φωτιά σε μιαν άκρη. Πάνω της φέρνουν και βάζουν μια σιδηροστιά κι ένα μεγάλο χάλκινο κακάβι. Βλέπει μετά να ρίχνουν μέσα λάδι που είχαν σ' ένα γκιούμι.

Στη συνέχεια, μαζί με τον επικεφαλής, πλησιάζουν το Διάκο. Τον ανασηκώνουν, δεμένο καθώς είναι, τον βάζουν να καθίσει πάνω σ' ένα παλιό ξύλινο σκαμνί που βρέθηκε εκεί, του σηκώνουν τα πόδια, δεμένα καθώς είναι, και του τα δένουν έτσι που να κρέμονται. Τι θέλουν να κάνουν αναλογίζονται με περιέργεια και αγωνία, οι τρεις που παρακολουθούν, χωρίς να τολ­μήσουν και να ρωτήσουν. Βλέπουν όμως τους άλλους να περιπαίζουν το Διά­κο. Φαίνεται κάτι να λένε και ο Διάκος να κουνάει επί­μονα κι αρνητικά το κεφάλι του. Τι του λένε όμως δεν καταλαβαίνουν. Οπότε, κάθε φορά που ρωτάνε και αρνείται τους βλέπουν να κρατάνε στα χέρια τους μυτε­ρά καρφιά και να τα μπήγουν σιγά πρώτα, πιο δυνατά στη συνέχεια στις πατούσες των ποδιών του Διάκου, ο οποίος κάθε φορά αναταράζεται από τον πόνο. Η μυρωδιά του Λαδιού που καίγεται μέσα στο κακάβι, φτάνει έντονα στη μύτη και των τριών απ' έξω και υποπτεύονται τα χειρότερα.


Οι βασανιστές του, όπως έχουν γυμνώσει τα πόδια του, παίρνουν απ' το κακάβι καυτό λάδι και αρχίζουν σιγά και βασανιστικά να το ρίχνουν στα πόδια του!... Τι­νάζεται κάθε φορά ο Διάκος, τόσο δυνατά λες και θα κό­ψει τις τριχιές όταν το λάδι πέφτει πάνω στα πόδια του. Αφού είδαν να μην αντιδρά έντονα, αφήνουν τα πό­δια και παίρνουν και του σκίζουν το γιλέκο και την που­καμίσα που φοράει, απογυμνώνοντας το πάνω μέρος του σώματος του με τα χέρια. Κι αρχίζουν τότε να του ρίχνουν καυτό Λάδι με αργές κινήσεις, στα χέρια, στο στήθος και στην πλάτη του. Βουβά οδύρεται ο Διάκος, χωρίς να βγάλει μιλιά από το στόμα του. Κι όσο δεν μι­λάει, τόσο αγριεύουν περισσότερο οι βασανιστές του. Και δείχνουν τόσο οργισμένοι, που αν ήταν τρόπος να τον θανατώσουν. Φαίνεται όμως πως έχουν εντολή μόνο να τον βασανίσουν χωρίς και να πεθάνει. Γι' αυτό συ­νεχίζουν!...

Το σώμα του Διάκου αρχίζει φαίνεται να νεκρώνε­ται. Όμως το πνεύμα όπως δείχνει, μένει καθάριο, ανέγγιχτο, σταθερό, συνεχίζοντος τις αρνήσεις και εξοργί­ζοντας περισσότερο τους Βασανιστές του. Αλλά αυτή η κατάσταση τους κάνει να βρίσκουν νέ­ους τρόπους βασανισμών. Οι κινήσεις που κάνουν, δεί­χνοντας διάφορα σημεία του σώματος του, κάνουν τους τρεις που παρακολουθούν να ανατριχιάζουν. Και βλέ­πουν τους βασανιστές να παίρνουν στα χέρια τους τα καρφιά που είχαν και έσπαζαν τις φούσκες που δημι­ουργούνταν στο δέρμα απ' το καυτό λάδι, να αρχίζουν να κάνουν το ίδιο και στο σώμα και στα χέρια από ψηλά. Αποκαμωμένοι όμως και οι ίδιοι οι Βασανιστές, που δεν άλλαξαν βάρδια όλη τη νύχτα, βλέπουν ότι δεν πε­τυχαίνουν τίποτα. Και μιας και το λάδι τελείωσε, μιας και έφτασε πια και το ξημέρωμα, σταματούν.



Το Διάκο τον κρατάνε πια όρθιο οι τριχιές που τον έχουν δεμένο. Τότε και οι τρεις παρατηρητές, απ' έξω, για να μη γί­νουν αντιληπτοί, έφυγαν με προφυλάξεις, κατευθυνό­μενοι προς το βορεινό μέρος του ρέματος, όπου είχαν αρχίσει να έρχονται δειλά και οι πρώτοι περίεργοι. Κι όταν πια ο ήλιος έχει ανέβη ψηλά, λύνουν το Διά­κο και σέρνοντας τον τον βγάζουν έξω, χωρίς όμως να δείχνει ότι καταλαβαίνει. Όσοι είχαν την ευκαιρία να τον δουν το απόγευμα που τον είχαν φέρει, τώρα βλέποντας τον, δεν τον ανα­γνωρίζουν, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς είχε συμβεί. Το μόνο που βλέπουν είναι το κακοποιημένα ρούχα του. Σέρνοντας τον προς τα βόρεια, τον περνάνε πέρα από το ρέμα που έκοβε την πλατεία Λαού στα δυο καταμεσίς και τραβώντας ανατολικότερα έφτανε στη Δημοτι­κή Αγορά, από εκεί στο κατάστημα Πολιτικού και μετά κατεβαίνοντας προς τα νότια, απλωνόταν κατά μήκος της οδού Θερμοπυλών. 


Όταν τον πέρασαν στο ρέμα, στάθηκαν περίπου ανα­τολικά της σημερινής διπλής βρύσης, γιατί ανατολικό­τερα ετοίμαζαν το στήσιμο της... ψησταριάς! Κόσμος πολύς είχε συγκεντρωθεί γύρω εκεί με την άδεια του Χαλήλ Μπέη βέβαια, γιατί άφησε τον κόσμο να δει τι θα έκαναν στο Διάκο, ώστε να φοβηθεί και να μην επιχειρήσει κανένας άλλος να πράξει το ίδιο, πράγμα που πέτυχε. Κανένας Λαμιώτης δεν φάνηκε να συμμετείχε στην επανάσταση! Μέσα στο πλήθος που παρακολουθεί με αγωνία, ξε­χωρίζει μια κάπως ηλικιωμένη γυναίκα. Είναι η δόλια μάνα του Διάκου, που είχε μάθει τη σύλληψη του γιου της και ολονυχτίς πεζοπορώντας είχε φτάσει στη Λαμία, όπου δεν περίμενε να δει το σπλάγχνο της έτσι!

Για μια στιγμή βουβαίνονται όλοι. Βλέπουν να φτάνει εκεί ο δήμιος, ονόματι Αλεξίου, κρατώντας ένα σουβλί. Και αμέσως καταλαβαίνουν τι πρόκειται να γί­νει!
Αυτός, τρέμει από το φόβο του, γιατί έχει αυστηρή εντολή να μην του πεθάνει ο Διάκος όταν θα τον σου­βλίζει. Και αρχίζει το τελευταίο πια μαρτύριο. Δένοντας το Διάκο ανάσκελα σε ένα σαμάρι, με τα πόδια του ανοιχτά, αρχίζει προσεκτικά ο δήμιος να χώ­νει την πολύ καλό λεπτισμένη άκρη του σουβλιού, ξε­κινώντας απ' τη βουβωνική χώρα και προχωρώντας προς τα επάνω, περνώντας το σουβλί κάτω οπό το δέρ­μα, μέχρι που το έβγαλε πάνω στην πλάτη του, λίγο κάτω απ' το δεξιό του το αυτί. Από κάποιες μικροκινήσεις που κάνει ο Διάκος κάθε φορά που σπρώχνει το σουβλί προς τα επάνω ο δήμιος, δείχνει ότι ακόμα είναι ζωντανός. Μόλις τελειώνει ο γύφτος, ορμούν Τούρκοι και με σκοινιά δένουν το σώμα γύρω στο σουβλί για να μη σπάσει το δέρμα και ακουμπάνε όρθιο σχεδόν το σουβλί με το Διάκο σ' ένα δέντρο. Στη συνέχεια, σπεύδουν να συγυρίσουν τη φωτιά που έχουν ανάψει. Και τότε γίνεται κάτι που ξαφνιάζει τους πάντες.

Ένας Τούρκος καβάλα στο ψαρί του άλογο στέκε­ται μπροστά στο σουβλισμένο, βγάζει τη διμούτσουνη όρθια κουμπούρα του και τη στρέφει στο Διάκο. Δύο κουμπουριές ακούγονται που βρίσκουν κατάστηθα το Διάκο. Κι ο Τούρκος κεντρίζοντας το άλογο του, χάνε­ται στην ανηφόρα μέσα στα στενάκια που περιβάλλουν τα χαμηλά σπιτάκια. Ο Χαλήλ Μπέης, βλέπει αυτό και αφρίζει απ' το θυμό του. Και δίνει εντολή, να βάλουν το Διάκο έτσι, πάνω στη φωτιά, και να τον γυρίσουν λίγο!




Ο κόσμος που παρακολουθεί αυτή την κτηνωδία μέ­νει άφωνος. Στη συνέχεια ο Χαλήλ οργισμένος και ανικανοποί­ητος, δίνει εντολή να πάρουν έτσι με το σουβλί το νε­κρό το Διάκο και πάνε να τον πετάξουν στην άκρη του ρέματος, ανατολικά από το χάνι που τον είχαν, εκεί όπου πέταγαν τις κοπριές των αλόγων που είχαν στους στά­βλους, τους οποίους διατηρούσαν από τη βόρεια πλευρά της Νομαρχίας μέχρι το πέτρινο γυμνάσιο. Τη διαβεβαίωση αυτή είχα απ' όλα σχεδόν τα γερόντια που ρώτησα το 1947, τότε που φαίνονταν ακόμα οι κρίκοι στο βόρειο τοίχο της θερινής «ΤΙΤΑΝΙΑΣ». 


Εκεί λοιπόν, βορειοανατολικά της σκάλας που κα­τεβαίνει σήμερα από την οδό Λυκούργου στην πρώην ψαραγορά, άφησαν το νεκρό ξεσκέπαστο, άταφο, σχε­δόν τρείς ημέρες φρουρούμενο. Οι φρουροί αποχώ­ρησαν την τρίτη ημέρα αφού άρχισε να μυρίζει, οπότε βρήκαν ευκαιρία κάποιοι χριστιανοί οι οποίοι περίμεναν και είχαν προετοιμάσει έναν λάκκο εκεί ακριβώς που σή­μερα είναι ο τάφος του, πήγαν, του έβγαλαν το σουβλί, τον καθάρισαν λίγο και πήγαν και τον έθαψαν, χωρίς να βάλουν πάνω του ούτε έναν σταυρό από φόβο. 

Αργότερα, περί το 1860, ο συνταγματάρχης Ρούβαλης που είχε έρθει από την Καλαμάτα με μετάθεση στη Λαμία και είχε πληροφορηθεί πού περίπου είχαν θά­ψει το Διάκο έκανε έρευνες να τον βρει. Ο παππούς μου που είχε στήσει την παράγκα - πρώ­το μαγαζί του πριν λίγο καιρό, απέναντι δυτικά, όπου μετά χτίστηκε η αποθήκη των αδελφών Κονταξή, είδε στρατιώτες να ανοίγουν μικρούς λάκκους ανατολικά του, ψάχνοντας. Όταν ρώτησε τι ζητάνε, του είπαν ότι ψά­χνουν τον τάφο του Διάκου. Την πληροφορία αυτή είχα από τον πατέρα μου, όπως την είχε ακούσει από τον παπ­πού μου. Σε ένα σημείο, βρήκαν ένα σωρό - σκελετό ανθρώπινου σώματος και αφού δεν είχαν βρεθεί άλλα γύρω, κατέληξαν ότι ήταν του Διάκου. Το συγκέντρω­σαν, το καθάρισαν και τα έβαλαν σε ένα κουτί ξύλινο και τα έθαψαν πάλι στο ίδιο σημείο, τοποθετώντας πάνω μερικές πέτρες και έναν σταυρό με το όνομα του.

Τέλος, στις αρχές του 1900 η Λαμία τίμησε το Διά­κο όπως έπρεπε. Αφού ανακαίνισε τον πρόχειρο τάφο του στο σημείο που είναι ακόμα, έστησε τον υπέρλαμπρο ανδριάντα του στην πλατεία Διάκου, με αποκαλυ­πτήρια επίσημα, παρουσία και του Βασιλέως Γεωργίου Α' και της βασιλικής οικογένειας, υπουργών, στρα­τιωτικών και άλλων επισήμων, στις 23 Απριλίου 1903.



«Λαμιακή Φωνή»

ΠΗΓΗ



ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ 5475806785217953023

Δημοσίευση σχολίου

Translate

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

SOCIAL

ΤΩΡΑ

ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Widget by:Blogger Tips
Pro Blogger Tricks
Instagram Επισκεφτείτε το προφίλ του EΛΛΗΝΩΝ στο Pinterest.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΣΤΟ EMAIL ΣΟΥ. ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΕ ΤΟ EMAIL ΣΟΥ ΚΑΙ KANE CLICK ΣΤΟ ΚΟΥΜΠΙ "ΕΓΓΡΑΦΗ".:

Delivered by FeedBurner

ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ VIDEO
Recommended Post Slide Out For Blogger

ΕΝΙΣΧΥΣΤΕ ΜΑΣ...

Embed Calculator requires a newer version of Adobe Flash Player.

You must have the current version of the adobe flash player to use this online calculator.

item